papaparisis
---> Η ανάρτηση απόψεων και άρθρων δεν σημαίνει και υιοθέτηση των αναγραφομένων. <----

2016-10-23

Η συμβολή του ΟΧΙ του Μεταξά στη νίκη των συμμάχων επί του Άξονος

Του Επισμηναγού (Ι) ε.α. Γεωργίου Β. Κασσαβέτητ. Δ/ντος Συμβούλου Ε.Α.Α.Α.
Λέγεται ότι η ιστορία έχει τρείς όψεις. Τη δική της, την όψη των πλαστογράφων και παραχαρακτών της και την αλήθεια. Δυστυχώς στη χώρα μας η παραχάραξη και η διαστρέβλωση της ιστορίας, ιδίως μετά τη Μεταπολίτευση, έχει λάβει ενδημικό χαρακτήρα, σε σημείο να κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία της. Και όπως έλεγε ο Βίσμαρκ «ποιος να πιστέψει την ιστορία, όταν για πράγματα που έγιναν μόλις χθες λέγονται τόσα ψέματα»; Αλήθεια, ποιος να πιστέψει σήμερα την ελληνική ιστορία, όταν θρασύτατα, μερικοί ανεγκέφαλοι ανθέλληνες, λένε ότι η Επανάσταση του 1821 ήταν ταξική εναντίον των Κοτζαμπάσηδων, όταν αδιάντροπα γράφουν ότι η Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται στο συνωστισμό στο Λιμάνι της Σμύρνης, ή όταν αναιδέστατα διαλαλούν ότι το ΟΧΙ του ’40 δεν το είπε ο Μεταξάς, αλλά ο ελληνικός λαός;
Καθίσταται λοιπόν εθνική ανάγκη να ακούγονται συχνά μερικές αλήθειες, ώστε να αποκαθίσταται η αξιοπιστία της και η ιστορία να διαδραματίζει τον διαπλαστικό ρόλο της. Και, ως γνωστόν, η ιστορία ασκεί διαπλαστικό ρόλο όταν είναι εθνική. «Εθνικό δε -κατά τον Διονύσιο Σολωμό- είναι πάν ο,τι είναι αληθές». Αλλά ας έλθουμε στο θέμα.
Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς διέκρινε, στις τρεις τα μεσάνυχτα, ότι το αυτοκίνητο που είχε σταθμεύσει έξω από την οικία του, στη συμβολή των οδών Κεφαλληνίας και Δαγκλή στην Κηφισιά, ήταν της Ιταλικής Πρεσβείας και ανεγνώρισε τον Εμμανουέλε Γκράτσι, αισθάνθηκε ότι η ώρα είχε σημάνει στο ρολόι της ιστορίας. Στο μακροσκελές τελεσίγραφο το οποίο του εγχείρισε ο Ιταλός πρεσβευτής, αφού εγκαλείτο η χώρα μας, ότι παραβιάζει την ουδετερότητα και διευκολύνει παντοιοτρόπως τους Βρετανούς, η Ιταλική Κυβέρνηση ζητούσε τις εξής «μικροδιευκολύνσεις». «Όθεν η Ιταλική Κυβέρνησις κατέληξεν εις την απόφασιν να ζητήσει από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν -ως εγγύησιν δια την ασφάλειαν της Ιταλίας- το δικαίωμα να καταλάβει δια των Ενόπλων αυτής Δυνάμεων, δια την διάρκειαν της σημερινής προς την Αγγλίαν ρήξεως, ορισμένα στρατηγικά σημεία επί του ελληνικού εδάφους. Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν, όπως μη εναντιωθεί εις την κατάληψιν ταύτην και όπως μη παρεμποδίσει την ελευθέραν διέλευσιν των στρατευμάτων, των προοριζομένων να την πραγματοποιήσωσι. Τα στρατεύματα αυτά δεν παρουσιάζονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και η Ιταλική Κυβέρνησις δεν προτίθεται ποσώς, δια της προσωρινής κατοχής στρατηγικών τινων σημείων, επιβαλλομένης υπό της ανάγκης των περιστάσεων και εχούσης καθαρώς αμυντικόν χαρακτήρα, να θίξει οπωσδήποτε την κυριαρχίαν και την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος. Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν, όπως δώσει αυθωρεί εις τας στρατιωτικάς αρχάς τας αναγκαίας διαταγάς, ίνα η κατοχή αυτή πραγματοποιηθεί κατά ειρηνικόν τρόπον. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα ήθελον συναντήσει αντίστασιν, η αντίστασις αυτή θα καμφθή διά των όπλων και η Ελληνική Κυβέρνησις θα έφερε τας ευθύνας, αι οποίαι ήθελον προκύψει εκ τούτου».
Μόλις ο Μεταξάς, καθισμένος στο μικρό σαλονάκι της οικίας του απέναντι από τον Γκράτσι, αποδιάβασε το μακροσκελέστατο τελεσίγραφο, σήκωσε το βλέμμα του, κοίταξε τον Ιταλό Πρεσβευτή στα μάτια και με έντονη συγκίνηση, αλλά με σθεναρή φωνή του είπε, «ώστε λοιπόν πόλεμος». Ταραγμένος ο Γκράτσι προσπάθησε να μετριάσει τις εντυπώσεις, τονίζοντας ότι τούτο δεν είναι απαραίτητο, αφού η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί την κατοχήν των στρατηγικών αυτών σημείων μόνο προσωρινά. Όταν ο Μεταξάς ερώτησε και ποια είναι αυτά τα στρατηγικά σημεία, ο Γκράτσι του απήντησε: «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα εξοχότατε. Το μόνο που γνωρίζω, είναι ότι η κίνηση των Ιταλικών στρατευμάτων θα αρχίσει στις έξι το πρωί». «Αυτό δεν μπορεί να γίνει -του απήντησε ο Μεταξάς- διότι κι αν ακόμη είχα την πρόθεση, δεν έχω το χρόνο να ενημερώσω τον Βασιλέα και τους στρατιωτικούς ηγέτες, να συγκαλέσω το Υπουργικό Συμβούλιο και να ενημερωθούν οι στρατιωτικές μονάδες προκαλύψεως». Αποχωρών ο Γκράτσι είπε στον Μεταξά. «Διατηρώ την ελπίδα πως θα λάβετε υπόψη σας τη διαβεβαίωση της διακοινώσεως ότι η Ιταλική Κυβέρνησις δεν επιβουλεύεται τα κυριαρχικά δικαιώματα και την ανεξαρτησία της Ελλάδος». Η συνέχεια φυσικά είναι γνωστή.
Γεννάται όμως το ερώτημα. Η απάντηση του Μεταξά αποτελούσε μια στιγμιαία απόφαση ενός αγουροξυπνημένου πρωθυπουργού; Ασφαλώς όχι. Η απόφαση του Μεταξά είχε ληφθεί ήδη από το 1936. Στην έκθεση του Ναυάρχου Δημ. Φωκά «Επί της δράσεως του Πολεμικού Ναυτικού κατά τον πόλεμο του 1940-44» αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Όταν το φθινόπωρο του 1936 ο Ιωάν. Μεταξάς παρέστη στη συνεδρίαση του Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου είπε μεταξύ άλλων και τα εξής. Αυτό που θα σας είπω δεν θα το ανακοινώσετε σε κανένα. Προβλέπω πόλεμον μεταξύ του Αγγλικού και του Γερμανικού συγκροτήματος. Πόλεμον πολύ χειρότερον από τον προηγούμενον. Εις τον πόλεμον αυτόν θα κάνω ο,τι ημπορώ δια να μη εμπλακεί η Ελλάς, αλλά τούτο δυστυχώς θα είναι αδύνατον. Είναι περιττόν να σας είπω ότι η θέσις μας εις την σύρραξιν αυτήν θα είναι παρά το πλευρόν της Αγγλίας»
Προφανώς λοιπόν ο Μεταξάς γνώριζε από πριν που οδηγούνται τα πράγματα και τι έπρεπε να κάνει. Άλλωστε ο Μεταξάς δεν ήταν ένας τυχαίος πολιτικός ηγέτης. Αντίθετα μάλιστα. Ήταν ο μοναδικός Έλληνας πολιτικός με ολοκληρωμένη και σφαιρική γαιοστρατηγική αντίληψη. Ήταν ο μόνος που διεφώνησε ανοικτά με την απόφαση για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και προέβλεψε την αποτυχία της. Παρ’ όλο δε ότι ήταν ένας διαπρεπής στρατιωτικός ηγέτης, δεν ήταν ούτε φιλοπόλεμος, ούτε φιλόμαχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ο ίδιος απεκάλυψε κατά την ενημέρωση των ιδιοκτητών και αρχισυντακτών του Αθηναϊκού Τύπου στο Γενικό Στρατηγείο, στις 30 Οκτωβρίου 1940, προσπάθησε με κάθε μέσο να αποφύγει τον πόλεμο. Από το κείμενο που έχει καταχωρισθεί στο ημερολόγιό του διαβάζουμε τα εξής: «Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον, έκρινα πως καθήκον μου ήτο να δω, εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τον τόπον αυτόν, έστω και δια παντός τρόπου, ο οποίος όμως θα εσυμβιβάζετο με τα γενικότερα συμφέροντα του έθνους. Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν του Άξονος μου εδόθη να εννοήσω σαφώς, ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μια εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις την «Νέαν Τάξιν», προσχώρησις που θα εγένετο όλως ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ, ως «εραστήν του ελληνικού πνεύματος». Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η προσχώρησις εις την «Νέαν Τάξιν», προϋπέθετε προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας και συνεπήγετο θυσίας τινάς δια την Ελλάδα».
Συνεχίζοντας την αποκαλυπτική εκείνη ενημέρωση των συντελεστών του Τύπου ο Μεταξάς είπε και τα εξής: «Φυσικά με πάσαν περίσκεψιν και ανεπισήμως επεδίωξα δι’ όλων των μέσων να κατατοπισθώ συγκεκριμένως ποίαι θα ήσαν αι θυσίαι αυταί, με τας οποίας η Ελλάς θα έπρεπε να πληρώσει την ατίμωσιν, της εξ’ ιδίας θελήσεως προσφοράς της να υπαχθή εις την «Νέαν Τάξιν». Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής καθορισμού μου εδόθη να καταλάβω ότι η προς τους Έλληνες στοργή του Χίτλερ ήτο αι εγγυήσεις, ότι αι θυσίαι αυταί θα περιορίζοντο εις το ελάχιστον δυνατόν. Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα ήτο αυτό το ελάχιστον, τελικώς μου εδόθη να καταλάβω, ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς. (Σημειωτέον ότι Δεδεαγάτς ήτο το όνομα της Αλεξανδρουπόλεως πριν περιέλθει στην κατοχή της Ελλάδος το 1920). Δηλαδή, θα έπρεπε, για να αποφύγωμεν τον πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν κι αυτοί τα πόδια της Ελλάδος».
Όταν λοιπόν στις τρεις τα ξημερώματα ο Ιωάννης Μεταξάς εκλήθη να απαντήσει με ένα ναι ή ένα όχι στο ιταμό τελεσίγραφο του Μουσολίνι γνώριζε, αφ’ ενός μεν την επικρατούσα κατάσταση στην Ευρώπη ήτοι: Την παράδοση, ή την αμαχητί κατάληψη της Πολωνίας, της Φινλανδίας, της Αυστρίας, της Βουλγαρίας, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας, και της Αλβανίας και την, ως χάρτινου πύργου, κατάρρευση της Γαλλίας εντός 45 ημερών, του Βελγίου εντός 18 ημερών, της Ολλανδίας εντός 5 ημερών και της Δανίας εντός 12 ωρών, αφετέρου δε τον ακρωτηριασμό της χώρας, τόσο απ’ την Ιταλία δυτικά, όσο και από τη Βουλγαρία ανατολικά, σε περίπτωση αποδοχής των όρων του τελεσιγράφου. Συνεπώς η απάντησή του ήταν ήδη από καιρό ειλημμένη, σύμφωνα με το πρόσταγμα της ελληνικής ιστορίας και τις αξίες του ελληνισμού και βασισμένη στα πραγματικά συμφέροντα της χώρας και όχι στη λογική της αποδόσεως μιας χρηματιστηριακής επενδύσεως. Εκ της πολυετούς προετοιμασίας της Χώρας προς πόλεμον ευθέως συνάγεται ότι το ΟΧΙ του Μεταξά είχε αποφασισθεί ήδη σε πολύ προγενέστερο χρόνο.
Με αυτά τα δεδομένα αποτελεί άθλια και ανίερη πράξη η εκμετάλλευση του ιστορικού ΟΧΙ, για μικροκομματικούς σκοπούς, από μερικούς ανθέλληνες μετά τη Μεταπολίτευση, οι οποίοι μη δυνάμενοι να προσβάλουν την ορθότητα της αποφάσεως του Μεταξά, επεχείρησαν να την εμφανίσουν δήθεν ως απόφαση του ελληνικού λαού. Όταν όμως διαπίστωσαν ότι το επιχείρημα ήταν αστείο, διότι ο καθένας διερωτάτο πως το ΟΧΙ το είπε ο ελληνικός λαός στις τρεις τα μεσάνυχτα, το άλλαξαν. Είπαν τότε, ότι δήθεν ο Μεταξάς δεν είχε άλλη επιλογή και ότι η απόφασή του ήταν μονόδρομος. Τους ερωτούμε όμως. Αν τα πράγματα έχουν έτσι, γιατί δεν ήταν μονόδρομος η εφαρμογή του «Σχεδίου Επιχειρήσεων “Κ”» (Κύπρος), το οποίο είχε εκπονηθεί από τον κλάδο Επιχειρήσεων του ΓΕΑ, για την περίπτωση απειλής της εδαφικής ακεραιότητος της Κύπρου και επί του οποίου ασκούντο επί χρόνια οι πιλότοι της Πολεμικής μας Αεροπορίας, από τον τότε πρωθυπουργό, όταν διχοτομείτο η Κύπρος από τον Αττίλα τον Ιούλιο του 1974, αλλά επελέγη το βολικό «η Κύπρος είναι μακράν»; Τόσο άσχετοι ήσαν εκείνοι που εκπόνησαν το εν λόγω Σχέδιο Επιχειρήσεων, ώστε να μη λάβουν υπόψη τους τη σπουδαία αυτή παράμετρο της εμβέλειας των αεροπορικών μέσων; Ή μήπως το έκαναν για να παίζουν οι πιλότοι των μαχητικών μας αεροπλάνων, όταν δεν είχαν τίποτε καλύτερο να κάνουν; Κι ακόμη γιατί δεν ήταν μονόδρομος η σύγκρουση με την Τουρκία για τα Ίμια, τον Ιανουάριο του 1996, αλλά και οι τότε κρατούντες εφεύραν το επίσης βολικό, «πάρτε τη σημαία και πέστε ότι την πήρε ο αέρας»;
Ευτυχώς όμως τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα αντέχουν στις επιθέσεις εκείνων που επιχειρούν να τα διαστρεβλώσουν και να τα παραχαράξουν. Εις πείσμα λοιπόν όλων αυτών το ΟΧΙ του Μεταξά, μαζί με την Επανάσταση του 1821 και τους Βαλκανικούς Πολέμους, αποτελεί τον τηλαυγή φάρο, που φωτίζει τη νεώτερη ελληνική ιστορία. Η νίκη των αδιαμφισβητήτως κατωτέρων Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων επί των Ιταλικών στη Βόρειο Ήπειρο, πέραν της ιστορικής υπερηφάνειας, έκανε γνωστή τη μικρή χώρα μας ανά την Υφήλιο κι απέδειξε ότι η πίστη, το ηθικό και η ενότητα ενός λαού κάνουν θαύματα. «Το‘40 -γράφει ο Νίκος Ξυδάκης στην Καθημερινή- μια κοινωνία διαιρεμένη και κουρασμένη από πολέμους και διχασμούς, από εκστρατείες και διαψεύσεις, από μεγάλες ιδέες και μικρές πράξεις, ενώθηκε και όρθωσε ανάστημα ενώπιον της έξωθεν απειλής, εναντίον ενός εχθρού που απειλούσε όχι μόνο το έδαφος, αλλά και το φρόνημα και την ταυτότητα και την ουσία, ο,τι δηλαδή είχε κερδηθεί με τεράστιες θυσίες και κόπο στη διάρκεια ενός και πλέον αιώνα. Ο εισβολέας απειλούσε το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού. Υπό αυτή την έννοια το ’40 αντήχησε και επανέλαβε την πιο στέρεη παράδοση του έθνους, τον εθνικο-απελευτερωτικό αγώνα του ’21».
Όμως το ΟΧΙ του Μεταξά και το έπος του ’40 δε γέμισε μόνο υπερηφάνεια τους Έλληνες, κι ούτε προκάλεσε μόνο παγκόσμιο θαυμασμό. Είχε καθοριστική επίδραση στην τελική έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, προδιαγράφοντας τη νίκη των Συμμάχων επί του Άξονος. Διότι όταν, ως προαναφέρθηκε, το ένα μετά το άλλο μεγαλύτερα από την Ελλάδα κράτη της Ευρώπης παραδίδοντο αμαχητί, ή κατέρρεαν εντός λίγων μόνο ημερών, ο Δαυίδ της Ευρώπης κράτησε το σφυροκόπημα των δύο αυτοκρατοριών επί επτά ολόκληρους μήνες, ή επί το ακριβέστερο 216 ημέρες. Για το ηρωικό αυτό κατόρθωμα της Χώρας μας ο Υπουργός της Βρετανίας Φιλίπ-Τζών Νόελ Μπαίηκερ, ένα έτος μετά το ΟΧΙ του ’40 δήλωνε σχετικά τα εξής: «Εάν η Ελλάς ενέδιδε στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι κανείς δεν θα εδικαιούτο να τη μεμφθή. Ο Άξων θα εκυριάρχει εις την Υδρόγειο ….η Συρία, το Ιράκ, η Περσία, η Κύπρος θα κατελαμβάνοντο από τον Άξονα. Η Τουρκία θα εκυκλώνετο. Οι πετρελαιοπηγές της Εγγύς Ανατολής θα ήσαν εις την διαθεσίν του. Η θύρα του Καυκάσου θα ανοιγόταν δι’ αυτόν. Χάρις εις την ελληνικήν αντίστασιν μας εδόθη ο καιρός να αποκρούσωμεν και να συντρίψωμεν την ιταλικήν στρατιάν, η οποία εκινήθη από την Λιβύη κατά της Αιγύπτου, να εκκαθαρίσωμεν την Ερυθράν Θάλασσαν από τα εχθρικά πλοία, να μεταφέρωμεν την αμερικανικήν βοήθειαν προς την Εγγύς Ανατολήν και να εξουδετερώσωμεν έτσι την εχθρικήν απειλήν εναντίον της. Εάν το Στάλινγκραντ και ο Καύκασος κρατούν σήμερα, τούτο οφείλεται αποκλειστικά εις την ελληνικήν αντίστασιν. Ο κόσμος πραγματικά δεν δικαιούται να λησμονήσει τα ελληνικά κατορθώματα κατά την ιστορικήν εκείνην στιγμήν».
Τέλος η συμβολή του ελληνικού έπους του ’40 στην τελική έκβαση του μεγάλου αυτού πολέμου σκιαγραφείται με τη βαρύτητα ενός σημαντικού στρατιωτικού ηγέτου της εποχής, ήτοι του Βρετανού στρατάρχου Χάρολντ-Τζωρτζ Αλεξάντερ ως εξής: «Δεν είναι υπερβολή να λεχθή ότι η Ελλάς ανέτρεψε το σύνολον των σχεδίων της Γερμανίας, εξαναγκάσασα αυτήν να αναβάλη επί έξι(6) εβδομάδες την επίθεσιν κατά της Ρωσίας. Διερωτώμεθα, ποια θα ήτο η θέσις της Σοβιετικής Ενώσεως χωρίς την αντίστασιν της Ελλάδος»;
Αναμφιβόλως τα αντανακλαστικά της ενότητος των Ελλήνων λειτούργησαν άψογα στο μεγάλο προσκλητήριο του έθνους τον Οκτώβριο του 1940. Το τίμημα της νίκης ήταν φυσικό επακόλουθο. Η χώρα δοξάστηκε διεθνώς και ο ελληνικός λαός απέκτησε ξανά τη χαμένη, από τη Μικρασιατική ήττα, αυτοπεποίθησή του. Σήμερα βέβαια δεν φαίνεται ενδεχόμενος, τουλάχιστον άμεσα, ο κίνδυνος της απειλής της χώρας από κάποιον επιδρομέα. Αυτό όμως ουδόλως σημαίνει ότι δεν απειλείται η κυριαρχία της. Ο Άνταμ Σμίθ γράφει ότι «με δύο τρόπους μπορεί να κατακτήσεις μια ξένη χώρα. Με το δόρυ και με το χρέος». Και η Ελλάδα βιώνει ήδη την απώλεια ενός μέρους της κυριαρχίας της από το δεύτερο.
Ας μη εφησυχάζουμε λοιπόν, διότι ο κίνδυνος καραδοκεί και η χώρα βρίσκεται σε χειρότερο σημείο από εκείνο που βρισκόταν τις παραμονές του ΟΧΙ. Και τα πράγματα είναι χειρότερα διότι στις σημερινές κρίσιμες συνθήκες που βιώνει η χώρα στο τιμόνι της δεν βρίσκεται ένας Μεταξάς, αλλά ένας άκαπνος Γιάπης ο οποίος από τα μαθητικά θρανία, εν μέσω θυέλλης, ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας . Ας ελπίσουμε ότι ο θεός της Ελλάδος θα του δώσει τη φώτιση και τη δύναμη να οδηγήσει τη χώρα στην ομαλότητα . Το Έπος του ‘40 αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Αν πράγματι θέλει να φανεί αντάξιος της ένδοξης ιστορίας μας, ας το μιμηθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ.
Οι απόψεις - τοποθετήσεις - σχόλια γίνονται με δική σας ευθύνη.